διαλογισμός

διαλογισμός
ὁ διαλογισμός разбор, раздумье, соображение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "διαλογισμός" в других словарях:

  • διαλογισμός — balancing of accounts masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλογισμός — ο (AM διαλογισμός) [διαλογίζομαι] στοχασμός, σκέψη, συλλογισμός αρχ. 1. ισοζύγιση λογαριασμών 2. συζήτηση 3. δισταγμός, αμφιβολία …   Dictionary of Greek

  • διαλογισμός — ο στοχασμός, σκέψη, συλλογισμός: Ο διαλογισμός διδάσκεται σε όσους ακολουθούν το βουδισμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλογισμοῖς — διαλογισμός balancing of accounts masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλογισμοί — διαλογισμός balancing of accounts masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλογισμοῦ — διαλογισμός balancing of accounts masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλογισμούς — διαλογισμός balancing of accounts masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλογισμῶν — διαλογισμός balancing of accounts masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλογισμῷ — διαλογισμός balancing of accounts masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλογισμόν — διαλογισμός balancing of accounts masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Codex Boreelianus — New Testament manuscripts papyri • uncials • minuscules • lectionaries Uncial 09 Beginning o …   Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»